はい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συγκαταλέγομαι στους πέντε καλύτερους, ανήκω στους κορυφαίους πέντε

Κλίση

Παρόν (απλό)
五指に入る
Παρόν (ευγενικό)
五指に入ります
Άρνηση (απλή)
五指に入らない
Άρνηση (ευγενική)
五指に入りません
Παρελθόν (απλό)
五指に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
五指に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
五指に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
五指に入りませんでした
Τε-μορφή
五指に入って
Δυνητική
五指に入れる
Προστακτική
五指に入れ
Βουλητική
五指に入ろう
Υποθετική (ば)
五指に入れば