井
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: せい
- 01 πηγάδι
Παραδείγματα
-
井戸があります。
Υπάρχει ένα πηγάδι.
-
村の中心には古い井戸があります。
Στο κέντρο του χωριού υπάρχει ένα παλιό πηγάδι.
-
昔は、村人が井戸の周りに集まり、情報交換の場となっていました。
Παλιά, οι χωρικοί μαζεύονταν γύρω από το πηγάδι, κι αυτό λειτουργούσε ως τόπος ανταλλαγής πληροφοριών.