επίθημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίθημα διασταυρώνομαι, περνώ ο ένας δίπλα στον άλλον, αναμιγνύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
交う
Παρόν (ευγενικό)
交います
Άρνηση (απλή)
交わない
Άρνηση (ευγενική)
交いません
Παρελθόν (απλό)
交った
Παρελθόν (ευγενικό)
交いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
交わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
交いませんでした
Τε-μορφή
交って
Δυνητική
交える
Προστακτική
交え
Βουλητική
交おう
Υποθετική (ば)
交えば