まじえる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακατεύω, αναμειγνύω, συνδυάζω, συμπεριλαμβάνω
  2. 02 ανταλλάσσω (λόγια, πυρά κ.λπ.)
  3. 03 διασταυρώνω, σταυρώνω (π.χ. σπαθιά), ενώνω, συνενώνω

Παραδείγματα

  • 意見いけんまじえることは、とても大切たいせつです。

    Είναι πολύ σημαντικό να ανταλλάσσουμε απόψεις.

  • 会議かいぎでは、参加者さんかしゃ活発かっぱつ意見いけんまじえました

    Στη συνάντηση, οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν ενεργά απόψεις.

  • ことなる分野ぶんや専門家せんもんかたちが知見ちけんまじえ、あらたな解決策かいけつさく模索もさくしました。

    Ειδικοί από διαφορετικούς τομείς αντάλλαξαν γνώσεις και αναζήτησαν νέες λύσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
交える
Παρόν (ευγενικό)
交えます
Άρνηση (απλή)
交えない
Άρνηση (ευγενική)
交えません
Παρελθόν (απλό)
交えた
Παρελθόν (ευγενικό)
交えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
交えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
交えませんでした
Τε-μορφή
交えて
Δυνητική
交えられる
Προστακτική
交えろ
Βουλητική
交えよう
Υποθετική (ば)
交えれば