こうはい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζευγάρωμα, διασταύρωση, διασταυρούμενη γονιμοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
交配する
Παρόν (ευγενικό)
交配します
Άρνηση (απλή)
交配しない
Άρνηση (ευγενική)
交配しません
Παρελθόν (απλό)
交配した
Παρελθόν (ευγενικό)
交配しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
交配しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
交配しませんでした
Τε-μορφή
交配して
Δυνητική
交配できる
Προστακτική
交配しろ
Βουλητική
交配しよう
Υποθετική (ば)
交配すれば