交際
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρέα, φιλία, συναναστροφή, κοινωνία, γνωριμία
- 02 ερωτική σχέση, δεσμός
Παραδείγματα
-
彼と交際します。
Θα βγω μαζί του.
-
彼と交際していることを誰にも言えません。
Δεν μπορώ να πω σε κανέναν ότι έχω σχέση μαζί του.
-
海外との交際は、経済発展に不可欠だと考えられています。
Η συναναστροφή με το εξωτερικό θεωρείται απαραίτητη για την οικονομική ανάπτυξη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 交際する
- Παρόν (ευγενικό)
- 交際します
- Άρνηση (απλή)
- 交際しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 交際しません
- Παρελθόν (απλό)
- 交際した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 交際しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 交際しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 交際しませんでした
- Τε-μορφή
- 交際して
- Δυνητική
- 交際できる
- Προστακτική
- 交際しろ
- Βουλητική
- 交際しよう
- Υποθετική (ば)
- 交際すれば
- Υποθετική (たら)
- 交際したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 交際したい
- Απαγορευτική (~な)
- 交際するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 交際しなさい
- Παθητική
- 交際される
- Αιτιατική
- 交際させる