ひとわる

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κακότροπος, κακεντρεχής, πειρακτικός, δυσάρεστος, αγενής, ατακτοποιός

Κλίση

Παρόν (απλό)
人が悪い
Παρόν (ευγενικό)
人が悪いです
Άρνηση (απλή)
人が悪くない
Άρνηση (ευγενική)
人が悪くないです
Παρελθόν (απλό)
人が悪かった
Παρελθόν (ευγενικό)
人が悪かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人が悪くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人が悪くなかったです
Τε-μορφή
人が悪くて
Υποθετική (ば)
人が悪ければ