ひとれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπάρχει συνωστισμός από ανθρώπους

Κλίση

Παρόν (απλό)
人が群れる
Παρόν (ευγενικό)
人が群れます
Άρνηση (απλή)
人が群れない
Άρνηση (ευγενική)
人が群れません
Παρελθόν (απλό)
人が群れた
Παρελθόν (ευγενικό)
人が群れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人が群れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人が群れませんでした
Τε-μορφή
人が群れて
Δυνητική
人が群れられる
Προστακτική
人が群れろ
Βουλητική
人が群れよう
Υποθετική (ば)
人が群れれば