ひとずれ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι κοινωνικά έμπειρος (μέσω των αλληλεπιδράσεων με άλλους ανθρώπους), γίνομαι κοσμοπολίτης, χάνω την αθωότητά μου, χάνω την αφέλειά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
人ずれする
Παρόν (ευγενικό)
人ずれします
Άρνηση (απλή)
人ずれしない
Άρνηση (ευγενική)
人ずれしません
Παρελθόν (απλό)
人ずれした
Παρελθόν (ευγενικό)
人ずれしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人ずれしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人ずれしませんでした
Τε-μορφή
人ずれして
Δυνητική
人ずれできる
Προστακτική
人ずれしろ
Βουλητική
人ずれしよう
Υποθετική (ば)
人ずれすれば