ひとのことを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασκώ κριτική στους άλλους αντί για τον εαυτό μου, κατηγορώ τους άλλους για ελαττώματα που έχω και ο ίδιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
人のことを言う
Παρόν (ευγενικό)
人のことを言います
Άρνηση (απλή)
人のことを言わない
Άρνηση (ευγενική)
人のことを言いません
Παρελθόν (απλό)
人のことを言った
Παρελθόν (ευγενικό)
人のことを言いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人のことを言わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人のことを言いませんでした
Τε-μορφή
人のことを言って
Δυνητική
人のことを言える
Προστακτική
人のことを言え
Βουλητική
人のことを言おう
Υποθετική (ば)
人のことを言えば