ひとのふんどしで相撲すもう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πλουτίζω εις βάρος άλλων, εκμεταλλεύομαι τον κόπο ή τα μέσα κάποιου άλλου για δικό μου όφελος

Κλίση

Παρόν (απλό)
人のふんどしで相撲を取る
Παρόν (ευγενικό)
人のふんどしで相撲を取ります
Άρνηση (απλή)
人のふんどしで相撲を取らない
Άρνηση (ευγενική)
人のふんどしで相撲を取りません
Παρελθόν (απλό)
人のふんどしで相撲を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
人のふんどしで相撲を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人のふんどしで相撲を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人のふんどしで相撲を取りませんでした
Τε-μορφή
人のふんどしで相撲を取って
Δυνητική
人のふんどしで相撲を取れる
Προστακτική
人のふんどしで相撲を取れ
Βουλητική
人のふんどしで相撲を取ろう
Υποθετική (ば)
人のふんどしで相撲を取れば