ひとくちにはてられない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία το στόμα του κόσμου δεν κλείνεται, δεν μπορείς να εμποδίσεις τη διάδοση φημών

Κλίση

Παρόν (απλό)
人の口には戸が立てられない
Παρόν (ευγενικό)
人の口には戸が立てられないです
Άρνηση (απλή)
人の口には戸が立てられなくない
Άρνηση (ευγενική)
人の口には戸が立てられなくないです
Παρελθόν (απλό)
人の口には戸が立てられなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
人の口には戸が立てられなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人の口には戸が立てられなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人の口には戸が立てられなくなかったです
Τε-μορφή
人の口には戸が立てられなくて
Υποθετική (ば)
人の口には戸が立てられなければ