ひとかしら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηγούμαι, στέκομαι επικεφαλής άλλων

Κλίση

Παρόν (απλό)
人の頭に立つ
Παρόν (ευγενικό)
人の頭に立ちます
Άρνηση (απλή)
人の頭に立たない
Άρνηση (ευγενική)
人の頭に立ちません
Παρελθόν (απλό)
人の頭に立った
Παρελθόν (ευγενικό)
人の頭に立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人の頭に立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人の頭に立ちませんでした
Τε-μορφή
人の頭に立って
Δυνητική
人の頭に立てる
Προστακτική
人の頭に立て
Βουλητική
人の頭に立とう
Υποθετική (ば)
人の頭に立てば