ひとらしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανθρώπινος, αξιοπρεπής

Κλίση

Παρόν (απλό)
人らしい
Παρόν (ευγενικό)
人らしいです
Άρνηση (απλή)
人らしくない
Άρνηση (ευγενική)
人らしくないです
Παρελθόν (απλό)
人らしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
人らしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人らしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人らしくなかったです
Τε-μορφή
人らしくて
Υποθετική (ば)
人らしければ