ひとおとしいれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παγιδεύω κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
人を陥れる
Παρόν (ευγενικό)
人を陥れます
Άρνηση (απλή)
人を陥れない
Άρνηση (ευγενική)
人を陥れません
Παρελθόν (απλό)
人を陥れた
Παρελθόν (ευγενικό)
人を陥れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人を陥れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人を陥れませんでした
Τε-μορφή
人を陥れて
Δυνητική
人を陥れられる
Προστακτική
人を陥れろ
Βουλητική
人を陥れよう
Υποθετική (ば)
人を陥れれば