ひと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι αυθάδης, είμαι αλαζονικός, είμαι αναίδης, είμαι αγενής

Κλίση

Παρόν (απλό)
人を食う
Παρόν (ευγενικό)
人を食います
Άρνηση (απλή)
人を食わない
Άρνηση (ευγενική)
人を食いません
Παρελθόν (απλό)
人を食った
Παρελθόν (ευγενικό)
人を食いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人を食わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人を食いませんでした
Τε-μορφή
人を食って
Δυνητική
人を食える
Προστακτική
人を食え
Βουλητική
人を食おう
Υποθετική (ば)
人を食えば