ひと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γράφω τον ιδεογραμματικό χαρακτήρα για το "άτομο" στην παλάμη μου τρεις φορές και προσποιούμαι ότι τον καταπίνω (ως τεχνική για να ηρεμήσω τα νεύρα μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
人を飲む
Παρόν (ευγενικό)
人を飲みます
Άρνηση (απλή)
人を飲まない
Άρνηση (ευγενική)
人を飲みません
Παρελθόν (απλό)
人を飲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
人を飲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人を飲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人を飲みませんでした
Τε-μορφή
人を飲んで
Δυνητική
人を飲める
Προστακτική
人を飲め
Βουλητική
人を飲もう
Υποθετική (ば)
人を飲めば