人ひと前まえ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: にんまえ

  1. 01 παρουσία άλλων ανθρώπων, δημόσια, μπροστά σε άλλους

Παραδείγματα

  • 人前ひとまえでは、おとなしくしています。

    Είμαι ήσυχος μπροστά σε κόσμο.

  • 人前ひとまえで話すのは、とても緊張きんちょうします。

    Το να μιλάω δημόσια με κάνει να αγχώνομαι πολύ.

  • 彼かれは普段ふだん、陽気ようきな性格せいかくですが、なぜか人前ひとまえでは無口むくちになる傾向けいこうがあります。

    Αν και συνήθως είναι κεφάτος, για κάποιο λόγο έχει την τάση να γίνεται λιγομίλητος μπροστά σε κόσμο.