Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
人工歯根
じんこうしこん
人
人
じん
工
こう
歯
し
根
こん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
τεχνητή ρίζα δοντιού, οδοντικό εμφύτευμα