ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναμονή για την άφιξη κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
人待ちする
Παρόν (ευγενικό)
人待ちします
Άρνηση (απλή)
人待ちしない
Άρνηση (ευγενική)
人待ちしません
Παρελθόν (απλό)
人待ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
人待ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人待ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人待ちしませんでした
Τε-μορφή
人待ちして
Δυνητική
人待ちできる
Προστακτική
人待ちしろ
Βουλητική
人待ちしよう
Υποθετική (ば)
人待ちすれば