ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντροπαλότητα μπροστά σε αγνώστους

Κλίση

Παρόν (απλό)
人怖じする
Παρόν (ευγενικό)
人怖じします
Άρνηση (απλή)
人怖じしない
Άρνηση (ευγενική)
人怖じしません
Παρελθόν (απλό)
人怖じした
Παρελθόν (ευγενικό)
人怖じしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人怖じしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人怖じしませんでした
Τε-μορφή
人怖じして
Δυνητική
人怖じできる
Προστακτική
人怖じしろ
Βουλητική
人怖じしよう
Υποθετική (ば)
人怖じすれば