ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικειωμένος με τους ανθρώπους (π.χ. για ένα μικρό παιδί), κοινωνικός
  2. 02 εξοικειωμένος με τους ανθρώπους (ειδικά για ζώα), ήμερος

Κλίση

Παρόν (απλό)
人慣れする
Παρόν (ευγενικό)
人慣れします
Άρνηση (απλή)
人慣れしない
Άρνηση (ευγενική)
人慣れしません
Παρελθόν (απλό)
人慣れした
Παρελθόν (ευγενικό)
人慣れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人慣れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人慣れしませんでした
Τε-μορφή
人慣れして
Δυνητική
人慣れできる
Προστακτική
人慣れしろ
Βουλητική
人慣れしよう
Υποθετική (ば)
人慣れすれば