ひとれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικειώνομαι με τους ανθρώπους

Κλίση

Παρόν (απλό)
人慣れる
Παρόν (ευγενικό)
人慣れます
Άρνηση (απλή)
人慣れない
Άρνηση (ευγενική)
人慣れません
Παρελθόν (απλό)
人慣れた
Παρελθόν (ευγενικό)
人慣れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人慣れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人慣れませんでした
Τε-μορφή
人慣れて
Δυνητική
人慣れられる
Προστακτική
人慣れろ
Βουλητική
人慣れよう
Υποθετική (ば)
人慣れれば