ひとにかかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δολοφονούμαι
  2. 02 υποβοηθούμαι από άλλον, ανατρέφομαι από άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
人手にかかる
Παρόν (ευγενικό)
人手にかかります
Άρνηση (απλή)
人手にかからない
Άρνηση (ευγενική)
人手にかかりません
Παρελθόν (απλό)
人手にかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
人手にかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人手にかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人手にかかりませんでした
Τε-μορφή
人手にかかって
Δυνητική
人手にかかれる
Προστακτική
人手にかかれ
Βουλητική
人手にかかろう
Υποθετική (ば)
人手にかかれば