ひとやす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυξάνω το προσωπικό, ενισχύω το εργατικό δυναμικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
人手を増やす
Παρόν (ευγενικό)
人手を増やします
Άρνηση (απλή)
人手を増やさない
Άρνηση (ευγενική)
人手を増やしません
Παρελθόν (απλό)
人手を増やした
Παρελθόν (ευγενικό)
人手を増やしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人手を増やさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人手を増やしませんでした
Τε-μορφή
人手を増やして
Δυνητική
人手を増やせる
Προστακτική
人手を増やせ
Βουλητική
人手を増やそう
Υποθετική (ば)
人手を増やせば