ひとばら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομάκρυνση παρευρισκόμενων (από δωμάτιο κ.λπ.), εντολή για αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
人払いする
Παρόν (ευγενικό)
人払いします
Άρνηση (απλή)
人払いしない
Άρνηση (ευγενική)
人払いしません
Παρελθόν (απλό)
人払いした
Παρελθόν (ευγενικό)
人払いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人払いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人払いしませんでした
Τε-μορφή
人払いして
Δυνητική
人払いできる
Προστακτική
人払いしろ
Βουλητική
人払いしよう
Υποθετική (ば)
人払いすれば