ひとなみおよ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διέρχομαι μέσα από πλήθος

Κλίση

Παρόν (απλό)
人波を泳ぐ
Παρόν (ευγενικό)
人波を泳ぎます
Άρνηση (απλή)
人波を泳がない
Άρνηση (ευγενική)
人波を泳ぎません
Παρελθόν (απλό)
人波を泳いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
人波を泳ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人波を泳がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人波を泳ぎませんでした
Τε-μορφή
人波を泳いで
Δυνητική
人波を泳げる
Προστακτική
人波を泳げ
Βουλητική
人波を泳ごう
Υποθετική (ば)
人波を泳げば