ひと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ το ενδιαφέρον, τραβώ την προσοχή του κοινού

Κλίση

Παρόν (απλό)
人目に立つ
Παρόν (ευγενικό)
人目に立ちます
Άρνηση (απλή)
人目に立たない
Άρνηση (ευγενική)
人目に立ちません
Παρελθόν (απλό)
人目に立った
Παρελθόν (ευγενικό)
人目に立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人目に立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人目に立ちませんでした
Τε-μορφή
人目に立って
Δυνητική
人目に立てる
Προστακτική
人目に立て
Βουλητική
人目に立とう
Υποθετική (ば)
人目に立てば