ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήθος κόσμου

Κλίση

Παρόν (απλό)
人立ちする
Παρόν (ευγενικό)
人立ちします
Άρνηση (απλή)
人立ちしない
Άρνηση (ευγενική)
人立ちしません
Παρελθόν (απλό)
人立ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
人立ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
人立ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
人立ちしませんでした
Τε-μορφή
人立ちして
Δυνητική
人立ちできる
Προστακτική
人立ちしろ
Βουλητική
人立ちしよう
Υποθετική (ば)
人立ちすれば