Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
人里離れた
ひとざとはなれた
人
人
ひと
里
ざと
離
はな
れた
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
απομονωμένος (τόπος), απομακρυσμένος, στη μέση του πουθενά