人間ができている
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός είμαι ώριμος και καλοσυνάτος, είμαι ισορροπημένος, είμαι καλός άνθρωπος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 人間ができている
- Παρόν (ευγενικό)
- 人間ができています
- Άρνηση (απλή)
- 人間ができていない
- Άρνηση (ευγενική)
- 人間ができていません
- Παρελθόν (απλό)
- 人間ができていた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 人間ができていました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 人間ができていなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 人間ができていませんでした
- Τε-μορφή
- 人間ができていて
- Δυνητική
- 人間ができていられる
- Προστακτική
- 人間ができていろ
- Βουλητική
- 人間ができていよう
- Υποθετική (ば)
- 人間ができていれば
- Υποθετική (たら)
- 人間ができていたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 人間ができていたい
- Απαγορευτική (~な)
- 人間ができているな
- Προστακτική (ευγενική)
- 人間ができていなさい
- Παθητική
- 人間ができていられる
- Αιτιατική
- 人間ができていさせる