Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
人食い
ひとくい
人
人
ひと
食
く
い
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ανθρωποφαγία, δάγκωμα (κάποιου)
02
ανθρωποφάγος (π.χ. τίγρης), κανιβαλικός