人
επίθημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίθημα κάτοικος (π.χ. κάτοικος Τόκιο), με καταγωγή από (π.χ. Ιταλός)
- 02 επίθημα αυτός που κάνει (π.χ. ερμηνευτής), αυτός που εργάζεται με
- 03 επίθημα άντρας, άνθρωπος, άτομο, άνθρωποι
επίθημα | Μετάφραση από JMdict