仄々
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αμυδρά, αχνά, με ένα αχνό φως
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως とした θερμά, φιλικά, με τρόπο συγκινητικό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仄々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 仄々します
- Άρνηση (απλή)
- 仄々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仄々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 仄々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仄々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仄々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仄々しませんでした
- Τε-μορφή
- 仄々して
- Δυνητική
- 仄々できる
- Προστακτική
- 仄々しろ
- Βουλητική
- 仄々しよう
- Υποθετική (ば)
- 仄々すれば
- Υποθετική (たら)
- 仄々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仄々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 仄々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仄々しなさい
- Παθητική
- 仄々される
- Αιτιατική
- 仄々させる