仄めかす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υπονοώ, αφήνω να εννοηθεί, υποδηλώνω, κάνω νύξη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仄めかす
- Παρόν (ευγενικό)
- 仄めかします
- Άρνηση (απλή)
- 仄めかさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仄めかしません
- Παρελθόν (απλό)
- 仄めかした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仄めかしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仄めかさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仄めかしませんでした
- Τε-μορφή
- 仄めかして
- Δυνητική
- 仄めかせる
- Προστακτική
- 仄めかせ
- Βουλητική
- 仄めかそう
- Υποθετική (ば)
- 仄めかせば
- Υποθετική (たら)
- 仄めかしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仄めかしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 仄めかすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仄めかしなさい
- Παθητική
- 仄めかされる
- Αιτιατική
- 仄めかさせる