仄めく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αχνοφαίνομαι, τρεμοφέγγω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仄めく
- Παρόν (ευγενικό)
- 仄めきます
- Άρνηση (απλή)
- 仄めかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仄めきません
- Παρελθόν (απλό)
- 仄めいた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仄めきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仄めかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仄めきませんでした
- Τε-μορφή
- 仄めいて
- Δυνητική
- 仄めける
- Προστακτική
- 仄めけ
- Βουλητική
- 仄めこう
- Υποθετική (ば)
- 仄めけば
- Υποθετική (たら)
- 仄めいたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仄めきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 仄めくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仄めきなさい
- Παθητική
- 仄めかれる
- Αιτιατική
- 仄めかせる