ほのえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φαίνομαι αμυδρά, διακρίνομαι μόλις και μετά βίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
仄見える
Παρόν (ευγενικό)
仄見えます
Άρνηση (απλή)
仄見えない
Άρνηση (ευγενική)
仄見えません
Παρελθόν (απλό)
仄見えた
Παρελθόν (ευγενικό)
仄見えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仄見えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仄見えませんでした
Τε-μορφή
仄見えて
Δυνητική
仄見えられる
Προστακτική
仄見えろ
Βουλητική
仄見えよう
Υποθετική (ば)
仄見えれば