あだする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλάπτω, τραυματίζω, προκαλώ ζημιά
  2. 02 εισβάλλω, επιδρομώ
  3. 03 αντιτίθεμαι, στρέφομαι εναντίον

Κλίση

Παρόν (απλό)
仇する
Παρόν (ευγενικό)
仇します
Άρνηση (απλή)
仇しない
Άρνηση (ευγενική)
仇しません
Παρελθόν (απλό)
仇した
Παρελθόν (ευγενικό)
仇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仇しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仇しませんでした
Τε-μορφή
仇して
Δυνητική
仇できる
Προστακτική
仇しろ
Βουλητική
仇しよう
Υποθετική (ば)
仇すれば