あだなす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδικώ κάποιον, κάνω κακό σε κάποιον, παίρνω εκδίκηση
  2. 02 τρέφω μνησικακία, κρατώ κακία

Κλίση

Παρόν (απλό)
仇なす
Παρόν (ευγενικό)
仇なします
Άρνηση (απλή)
仇なさない
Άρνηση (ευγενική)
仇なしません
Παρελθόν (απλό)
仇なした
Παρελθόν (ευγενικό)
仇なしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仇なさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仇なしませんでした
Τε-μορφή
仇なして
Δυνητική
仇なせる
Προστακτική
仇なせ
Βουλητική
仇なそう
Υποθετική (ば)
仇なせば