いま

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό απαρχαιωμένο τρέχων, μοντέρνος, μοδάτος, της μόδας, στυλάτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
今い
Παρόν (ευγενικό)
今いです
Άρνηση (απλή)
今くない
Άρνηση (ευγενική)
今くないです
Παρελθόν (απλό)
今かった
Παρελθόν (ευγενικό)
今かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
今くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
今くなかったです
Τε-μορφή
今くて
Υποθετική (ば)
今ければ