いまきる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αξιοποιώ το παρόν στο έπακρο, ζω τη στιγμή, αδράχνω τη μέρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
今を生きる
Παρόν (ευγενικό)
今を生きます
Άρνηση (απλή)
今を生きない
Άρνηση (ευγενική)
今を生きません
Παρελθόν (απλό)
今を生きた
Παρελθόν (ευγενικό)
今を生きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
今を生きなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
今を生きませんでした
Τε-μορφή
今を生きて
Δυνητική
今を生きられる
Προστακτική
今を生きろ
Βουλητική
今を生きよう
Υποθετική (ば)
今を生きれば