かいざい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρεμβολή, μεσολάβηση, ανάμειξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
介在する
Παρόν (ευγενικό)
介在します
Άρνηση (απλή)
介在しない
Άρνηση (ευγενική)
介在しません
Παρελθόν (απλό)
介在した
Παρελθόν (ευγενικό)
介在しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
介在しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
介在しませんでした
Τε-μορφή
介在して
Δυνητική
介在できる
Προστακτική
介在しろ
Βουλητική
介在しよう
Υποθετική (ば)
介在すれば