かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοηθός (π.χ. για έναν ασθενή), συνοδός
  2. 02 παράνυμφος, κουμπάρος
  3. 03 βοηθός (σε αγώνες πυγμαχίας ή πάλης), δεύτερος

Κλίση

Παρόν (απλό)
介添えする
Παρόν (ευγενικό)
介添えします
Άρνηση (απλή)
介添えしない
Άρνηση (ευγενική)
介添えしません
Παρελθόν (απλό)
介添えした
Παρελθόν (ευγενικό)
介添えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
介添えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
介添えしませんでした
Τε-μορφή
介添えして
Δυνητική
介添えできる
Προστακτική
介添えしろ
Βουλητική
介添えしよう
Υποθετική (ば)
介添えすれば