ほとけつくってたましいれず

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός παρά λίγο αλλά δεν τα κατάφερα, οργώνω το χωράφι αλλά ξεχνάω τον σπόρο, φτιάχνω το άγαλμα του Βούδα αλλά δεν του δίνω ψυχή