ぶっきょうひろめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδίδω τον βουδισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
仏教を広める
Παρόν (ευγενικό)
仏教を広めます
Άρνηση (απλή)
仏教を広めない
Άρνηση (ευγενική)
仏教を広めません
Παρελθόν (απλό)
仏教を広めた
Παρελθόν (ευγενικό)
仏教を広めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仏教を広めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仏教を広めませんでした
Τε-μορφή
仏教を広めて
Δυνητική
仏教を広められる
Προστακτική
仏教を広めろ
Βουλητική
仏教を広めよう
Υποθετική (ば)
仏教を広めれば