Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
仏語
ぶつご
仏
仏
ぶつ
語
ご
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
ふつご
01
βουδιστικός όρος
02
διδασκαλία του Βούδα, λόγος του Βούδα