仕を致す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραιτούμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仕を致す
- Παρόν (ευγενικό)
- 仕を致します
- Άρνηση (απλή)
- 仕を致さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仕を致しません
- Παρελθόν (απλό)
- 仕を致した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仕を致しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仕を致さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仕を致しませんでした
- Τε-μορφή
- 仕を致して
- Δυνητική
- 仕を致せる
- Προστακτική
- 仕を致せ
- Βουλητική
- 仕を致そう
- Υποθετική (ば)
- 仕を致せば
- Υποθετική (たら)
- 仕を致したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仕を致したい
- Απαγορευτική (~な)
- 仕を致すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仕を致しなさい
- Παθητική
- 仕を致される
- Αιτιατική
- 仕を致させる