仕し上あげる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκληρώνω, τελειώνω, φέρνω εις πέρας, ξεμπερδεύω

Παραδείγματα

  • 仕事しごとを仕上げしあます。

    Θα τελειώσω τη δουλειά.

  • 午前中ごぜんちゅうにこのプロジェクトを仕上げしあたいです。

    Θέλω να ολοκληρώσω αυτό το έργο μέχρι το μεσημέρι.

  • 期日きじつまでに何なんとか論文ろんぶんを仕上げしあることができ、ほっとしました。

    Ανακουφίστηκα που κατάφερα να τελειώσω την εργασία μου μέχρι την προθεσμία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕上げる
Παρόν (ευγενικό)
仕上げます
Άρνηση (απλή)
仕上げない
Άρνηση (ευγενική)
仕上げません
Παρελθόν (απλό)
仕上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
仕上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕上げませんでした
Τε-μορφή
仕上げて
Δυνητική
仕上げられる
Προστακτική
仕上げろ
Βουλητική
仕上げよう
Υποθετική (ば)
仕上げれば