ごと

ουσιαστικό, ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δουλειά, εργασία, μόχθος, απασχόληση, επάγγελμα, καθήκον, ανάθεση
  2. 02 δουλειά, εργασία

Παραδείγματα

  • 私は仕事しごときます。

    Πάω στη δουλειά.

  • かれ仕事しごとはとてもいそがしいです。

    Η δουλειά του είναι πολύ απαιτητική.

  • どんな仕事しごとでも、責任感せきにんかんってむことが大切たいせつです。

    Όποια δουλειά κι αν είναι, είναι σημαντικό να την αντιμετωπίζεις με αίσθημα ευθύνης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
仕事する
Παρόν (ευγενικό)
仕事します
Άρνηση (απλή)
仕事しない
Άρνηση (ευγενική)
仕事しません
Παρελθόν (απλό)
仕事した
Παρελθόν (ευγενικό)
仕事しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仕事しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仕事しませんでした
Τε-μορφή
仕事して
Δυνητική
仕事できる
Προστακτική
仕事しろ
Βουλητική
仕事しよう
Υποθετική (ば)
仕事すれば