仕付ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνηθίζω, εξοικειώνομαι, έχω τη συνήθεια να κάνω κάτι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκπαιδεύω, διαπαιδαγωγώ, διδάσκω τρόπους συμπεριφοράς
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα τρυπώνω (στη ραπτική), κάνω πρόχειρη ραφή
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα φυτεύω (ιδίως νεαρά φυτά ρυζιού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 仕付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 仕付けます
- Άρνηση (απλή)
- 仕付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 仕付けません
- Παρελθόν (απλό)
- 仕付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 仕付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 仕付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 仕付けませんでした
- Τε-μορφή
- 仕付けて
- Δυνητική
- 仕付けられる
- Προστακτική
- 仕付けろ
- Βουλητική
- 仕付けよう
- Υποθετική (ば)
- 仕付ければ
- Υποθετική (たら)
- 仕付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 仕付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 仕付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 仕付けなさい
- Παθητική
- 仕付けられる
- Αιτιατική
- 仕付けさせる